μάλαξη
•
- το μασάζ, η απαλή πίεση σαν ήπιο ζύμωμα στο μυϊκό σύστημα Βικιλεξικό
- Ο γιατρός μου σύστησε μαλάξεις με ένα καλό φυσιοθεραπευτή
- καρδιολογίαοι ειδικές πιέσεις που ασκούνται στο θώρακα σε συνδυασμό συνήθως με τεχνητή αναπνοή στην παροχή πρώτων βοηθειών σε επεισόδιο καρδιακής ανακοπής αλλά και οι μαλάξεις καρδιοχειρουργών απ' ευθείας στον καρδιακό μυ, σε ανοιχτό θώρακα Βικιλεξικό
- Δεν ξέρω να κάνω καρδιακές μαλάξεις -φωνάξτε γιατρό!
- η θεραπευτική μέθοδος που συνίσταται στην εντριβή μερών του σώματος για τη διευκόλυνση της κυκλοφορίας του αίματος, τη χαλάρωση των μυών, τη σύσφιξη του δέρματος κ.ά. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάλαξη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μάλαξις < μαλάσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάλαξη | μαλάξεις |
| Γενική | μάλαξης | μαλάξεων |
| Αιτιατική | μάλαξη | μαλάξεις |
| Κλητική | μάλαξη | μαλάξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →