χειρομάλαξη
•
- λόγιομάλαξη που πραγματοποιείται με το χέρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειρομάλαξη < χειρο- + (καθαρεύουσα) μάλαξις (μάλαξη) < ελληνιστική κοινή μάλαξις < αρχαία ελληνική μαλάσσω < μαλακός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mlh₂ekos < *melh₂- (μαλακός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χειρομάλαξη | χειρομαλάξεις |
| Γενική | χειρομάλαξης | χειρομαλάξεων |
| Αιτιατική | χειρομάλαξη | χειρομαλάξεις |
| Κλητική | χειρομάλαξη | χειρομαλάξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →