μάνατζερ
•
- οικονομίαπρόσωπο σε διευθυντική θέση σε μια επιχείρηση Βικιλεξικό
- σύμβουλος (επί οικονομικών κ.ά. ζητημάτων) ενός αθλητή, καλλιτέχνη κ.λπ. Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασησύμβουλος, προπονητής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάνατζερ < (άμεσο δάνειο) αγγλική manager
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →