μάνατζμεντ
•
- οικονομίαη οργάνωση, διαχείριση και διοίκηση επιχειρήσεων καθώς και η σχετική επιστήμη ή σπουδές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάνατζμεντ < (άμεσο δάνειο) αγγλική management < manage + -ment < παλαιοϊταλική maneggiare < mano < ιταλική manus
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →