μάνταλο
•
- μακρόστενο κομμάτι από μέταλλο ή ξύλο συνήθως, με ορθογώνια διατομή, το οποίο είναι ελεύθερο να περιστραφεί στο ένα του άκρο γύρω από άξονα ενώ το άλλο του άκρο είναι ελεύθερο να πέσει είτε εντός εγκοπής είτε πάνω σε άλλη προεξοχή η οποία το εμποδίζει να κινηθεί περαιτέρω έτσι ώστε να παραμένει σταθερά στην ίδια θέση. Χρησιμεύει στο να ασφαλίζει ένα αντικείμενο (που κατά τ' άλλα είναι συνήθως περιορισμένο να κινείται εντός σταθερής τροχιάς), όπως π.χ. ένα παραθυρόφυλλο, ένας κινητός φράκτης κλπ., ώστε αυτό είτε να ακινητοποιείται σε μία συγκεκριμένη θέση ή να μην είναι ελεύθερο να κινηθεί ανεξάρτητα. Βικιλεξικό
- μηχανισμός που χρησιμοποιείται για να ασφαλίζει τις πόρτες ή τα παράθυρα και χρησιμοποιεί διαφορετική τεχνική από τον σύρτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάνταλο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μάνταλο < μάνταλος (αρσενικό) < ελληνιστική κοινή μάνδαλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάνταλο | μάνταλα |
| Γενική | μάνταλου | μάνταλων |
| Αιτιατική | μάνταλο | μάνταλα |
| Κλητική | μάνταλο | μάνταλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →