μανταλώνω
•
- χρησιμοποιώ το μάνταλο για να ασφαλίσω την πόρτα ή το παράθυρο Βικιλεξικό
- κλειδώνω κάποιον, φροντίζω ώστε να είναι καλά κλεισμένος κάποιος σε εσωτερικό χώρο Βικιλεξικό
- κλειδώνω, μανταλώνω, κι ο κλέφτης είναι μέσα (παραδοσιακό αίνιγμα)
Ετυμολογία
μανταλώνω < μάνταλο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →