μάχομαι
•
- πολεμώ σε μάχη του στρατού, δίνω μάχη Βικιλεξικό
- αγωνίζομαι για κάποιο σκοπό, καταπολεμώ με όλες μου τις δυνάμεις Βικιλεξικό
- Μάχομαι για τα δίκαια των εργαζομένων.
- Η ιατρική μάχεται για τη θεραπεία του καρκίνου.
- «Να ξεκαθαρίσουμε κάτι, για να μη νομίζετε ότι κάνω κριτική εκ του ασφαλούς», λέει ο Τάκης Λαμπρίας, αυτοεξόριστος ο ίδιος. «Κανείς αυτοεξόριστος δεν είναι ήρωας. Ήρωες είναι όσοι μάχονται μέσα στην επικράτεια. Έξω, το πληρώνεις με τη φτώχεια σου, την αθλιότητά σου, τη νοσταλγία σου, αλλά ήρωας δεν είσαι» (Στάθης Ν. Καλύβας, Νατάσα Τριανταφύλλη, Big Bang 1970-1973: Η άνθηση του πολιτισμού στα χρόνια της δικτατορίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2025, σελ. 65)
- είμαι εν ενεργεία, είμαι ενεργός, δραστήριος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάχομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μάχομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μάχομαι | μάχεσαι | μάχεται | μαχόμαστε | μάχεστε | μάχονται |
| Παρατατικός | μαχόμουν / μαχόμουνα | μαχόσουν / μαχόσουνα | μαχόταν / μαχότανε | μαχόμασταν / μαχόμαστε | μαχόσασταν / μαχόσαστε | μάχονταν / μαχόντουσαν |
| Μέλλοντας | θα μάχομαι | θα μάχεσαι | θα μάχεται | θα μαχόμαστε | θα μάχεστε | θα μάχονται |
| Υποτακτική | να μάχομαι | να μάχεσαι | να μάχεται | να μαχόμαστε | να μάχεστε | να μάχονται |
| Προστακτική | — | μάχου | — | — | μάχεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →