μέγας
•
- λόγιοπροσωνυμία: o μεγάλος, για ηγεμόνες ή ιστορικές ή θρησκευτικές προσωπικότητες ή εκκλησιαστικούς όρους ή τίτλους έργων Βικιλεξικό
- ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Μέγας Βασίλειος
- μέγα απόδειπνον
- Το Μέγα Ετυμολογικόν Λεξικόν, Ο Μέγας Ανατολικός
- σε τοπωνύμια Βικιλεξικό
- Μέγα Σπήλαιο (που όμως λέγεται και Μεγάλο Σπήλαιο)
Ετυμολογία
μέγας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μέγας
Άλλοι τύποι
μέγαμεγάλη
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →