Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μεγάλος

/meˈɣa.los/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο ενήλικας Βικιλεξικό
    • Καλό είναι τα παιδιά να ακούνε τους μεγάλους.

Ετυμολογία

μεγάλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μεγάλος < αρχαία ελληνική μέγας, θέμα μεγαλ-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμεγάλος / μεγάλη / μεγάλος / μεγάλομεγάλοι / μεγάλες / μεγάλοι / μεγάλα
Γενικήμεγάλου / μεγάλης / μεγάλου / μεγάλουμεγάλων / μεγάλων / μεγάλων / μεγάλων
Αιτιατικήμεγάλο / μεγάλη / μεγάλο / μεγάλομεγάλους / μεγάλες / μεγάλους / μεγάλα
Κλητικήμεγάλε / μεγάλη / μεγάλε / μεγάλομεγάλοι / μεγάλες / μεγάλοι / μεγάλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μεγάλος

/meˈɣa.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ως προς μετρήσιμα χαρακτηριστικά όπωςπου μπορεί να περιγραφεί με αριθμούς πολύ πάνω από τη βάση της αριθμητικής κλίμακας Βικιλεξικό
    • Του είπα να μας βάλει ένα μεγάλο κομμάτι κρέας
  2. στη γραφήο κεφαλαίος Βικιλεξικό
    • Μη γράφεις συνέχεια με μεγάλα γράμματα.
  3. σπουδαίος, με ιδιαίτερη σημασία Βικιλεξικό
    • Αύριο είναι η μεγάλη μέρα.
    • Ήταν μεγάλος ο Καβάφης, αλλ' επιτέλους δεν ήταν ο μόνος μεγάλος Έλληνας ποιητής. (⌘ Κώστας Ταχτσής, Η γιαγιά μου η Αθήνα, 1979 [κείμενα])

Ετυμολογία

μεγάλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μεγάλος < αρχαία ελληνική μέγας, θέμα μεγαλ-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεγάλοςμεγάλημεγάλο
Γενικήμεγάλουμεγάληςμεγάλου
Αιτιατικήμεγάλομεγάλημεγάλο
Κλητικήμεγάλεμεγάλημεγάλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμεγάλοιμεγάλεςμεγάλα
Γενικήμεγάλωνμεγάλωνμεγάλων
Αιτιατικήμεγάλουςμεγάλεςμεγάλα
Κλητικήμεγάλοιμεγάλεςμεγάλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →