μέγκλα
•
- αργκόμάγκικη έκφραση που εννοούσε το άριστο, το πολύ καλό, και έφτασε να αναφέρεται εκτός από αντικείμενα και σε καταστάσεις Βικιλεξικό
- παρωχημένοτο ανδρικό μόριο, το πέος Βικιλεξικό
- Μέγκλα (ή) , κωμικώς το ανδρικόν αιδοίον (Σύγγραμμα περιοδικόν, Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος, Κωνσταντινούπολη, τόμος 16, σελ. 150, 1888)
- Μέγκλος, ου, s. m. Μέγκλα, ας s. f. vul. a big fellow, big wench (Νικόλαος Κοντόπουλος, Ελληνοαγγλικό λεξικό, έκδοση 3η, εκδ. Αντωνιάδης, Αθήνα, 1889, σελ. 310 https://books.google.gr/books?id=xoU6AQAAMAAJ&dq=%CE%BC%CE%AD%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B1&pg=PA310#v=onepage&q=%CE%BC%CE%AD%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B1&f=false)
Ετυμολογία
μέγκλα < (άμεσο δάνειο) ποντιακή μέγκλα (πέος) που θεωρήθηκε εύσημο στην αργκό < δημώδης λατινική mencla < λατινική mentula, ενώ παρετυμολογική ήταν η σύνδεση με τη φράση made in England (συνεκδοχικά, υψηλής ποιότητας).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μέγκλα | μέγκλες |
| Γενική | μέγκλας | — |
| Αιτιατική | μέγκλα | μέγκλες |
| Κλητική | μέγκλα | μέγκλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →