Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωραίος

/oˈɾe.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει αρεστά χαρακτηριστικά Βικιλεξικό
  2. που προκαλεί ευχάριστη αίσθηση Βικιλεξικό
  3. που προκαλεί θαυμασμό ή ενδιαφέρον Βικιλεξικό
  4. που σχετίζεται με ευχάριστες εμπειρίες Βικιλεξικό
  5. για τον καιρόπου είναι ευχάριστος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωραίος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὡραῖος (όμορφος) < αρχαία σημασία: αυτός που είναι στην ώρα του, στην κατάλληλη στιγμή < ὥρα + κατάληξη -ιος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική beau

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωραίοςωραίαωραίο
Γενικήωραίουωραίαςωραίου
Αιτιατικήωραίοωραίαωραίο
Κλητικήωραίεωραίαωραίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήωραίοιωραίεςωραία
Γενικήωραίωνωραίωνωραίων
Αιτιατικήωραίουςωραίεςωραία
Κλητικήωραίοιωραίεςωραία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →