μέτοικος
•
- ιστορίαο κάτοικος της Αρχαίας Αθήνας που καταγόταν από άλλη πόλη και δεν είχε πλήρη πολιτικά δικαιώματα Βικιλεξικό
- ο μετανάστης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μέτοικος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μέτοικος < μετά, μετ- + οἶκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μέτοικος | μέτοικοι |
| Γενική | μέτοικου / μετοίκου | μέτοικων / μετοίκων |
| Αιτιατική | μέτοικο | μέτοικους / μετοίκους |
| Κλητική | μέτοικε | μέτοικοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →