Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μετοικώ

ρήμα
•
  1. αλλάζω τον τόπο μόνιμης κατοικίας μου ή της διαμονής μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μετοικώ < αρχαία ελληνική μετοικέω / μετοικῶ < οἰκέω / οἰκῶ < οἶκος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμετοικώμετοικείςμετοικείμετοικούμεμετοικείτεμετοικούν / μετοικούνε
Παρατατικόςμετοικούσαμετοικούσεςμετοικούσεμετοικούσαμεμετοικούσατεμετοικούσαν / μετοικούσανε
Αόριστοςμετοίκησαμετοίκησεςμετοίκησεμετοικήσαμεμετοικήσατεμετοίκησαν / μετοικήσαν / μετοικήσανε
Μέλλονταςθα μετοικήσω / θα μετοικώθα μετοικήσεις / θα μετοικείςθα μετοικήσει / θα μετοικείθα μετοικήσουμε / θα μετοικούμεθα μετοικήσετε / θα μετοικείτεθα μετοικήσουν / θα μετοικήσουνε / θα μετοικούν / θα μετοικούνε
Παρακείμενοςέχω μετοικήσειέχεις μετοικήσειέχει μετοικήσειέχουμε μετοικήσειέχετε μετοικήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μετοικήσειείχες μετοικήσειείχε μετοικήσειείχαμε μετοικήσει——
Υποτακτικήνα έχω μετοικήσει / να μετοικήσω / να μετοικώνα έχεις μετοικήσει / να μετοικήσεις / να μετοικείςνα έχει μετοικήσει / να μετοικήσει / να μετοικείνα έχουμε μετοικήσει / να μετοικήσουμε / να μετοικούμενα έχετε μετοικήσει / να μετοικήσετε / να μετοικείτενα μετοικήσουν / να μετοικήσουνε / να μετοικούν / να μετοικούνε
Προστακτική—μετοίκει / μετοίκησε——μετοικήστε / μετοικείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →