μήλο του Αδάμ
•
- ανατομίαπροεξοχή του θυρεοειδούς χόνδρου στο πρόσθιο μέρος του λαιμού, συνήθως εντονότερη στους άνδρες Βικιλεξικό
- Ο Σολοβάιδ ατάραχος του δίνει μια δυνστή γροθιά στο μήλο του Αδάμ και τον σωριάζει ακαριαία στο πάτωμα. (Δημήτρης Παπαδημητρίου, Μνήμες Σκοτεινά Αναδυόμενες, AKAKIA Publications, 2013)
Ετυμολογία
μήλο του Αδάμ < → δείτε τις λέξεις μήλο και Αδάμ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική pomme d'Adam)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →