μίλι
•
- φυσικήμονάδα μήκους (απόστασης) στην ξηρά, ίση με 1.609,344 μέτρα Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςμονάδα μήκους (απόστασης) στη θάλασσα (το ναυτικό μίλι) ίση με 1.852 μέτρα, σε μέσο βόρειο και νότιο πλάτος. Βικιλεξικό
- παρωχημένοτο μίλι αντιστοιχούσε σε 1.800 μέτρα Βικιλεξικό
- στον πληθυντικό (μίλια) χρησιμοποιείται αορίστως για τις πολύ μεγάλες αποστάσεις Βικιλεξικό
- Είναι μίλια μακριά, βαριέμαι να περπατήσω μέχρι εκεί
Ετυμολογία
μίλι < μεσαιωνική ελληνική μίλι(ν) / μίλιον < ελληνιστική κοινή μίλιον < λατινική milia passus
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μίλι | μίλια |
| Γενική | μιλίου | μιλίων |
| Αιτιατική | μίλι | μίλια |
| Κλητική | μίλι | μίλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →