Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μίσθωμα

/ˈmis.θo.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. νομικός όροςτο ποσό της μίσθωσης, το ενοίκιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μίσθωμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μίσθωμα : Συγχρονικά αναλύεται σε μισθώ(νω) + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμίσθωμαμισθώματα
Γενικήμισθώματοςμισθωμάτων
Αιτιατικήμίσθωμαμισθώματα
Κλητικήμίσθωμαμισθώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →