μισθώνω
•
- καταβάλλω μίσθωμα ως ενοικιαστής για κινητή ή ακίνητη περιουσία, προκειμένου να μπορώ να την χρησιμοποιήσω για δικές μου ανάγκες εργασίας ή κατοικίας κ.λπ. Βικιλεξικό
- προσλαμβάνω κάποιον, προκειμένου να εκτελέσει μια συγκεκριμένη εργασία για περιορισμένο χρονικό διάστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μισθώνω < αρχαία ελληνική μισθός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μισθώνω | μισθώνεις | μισθώνει | μισθώνουμε | μισθώνετε | μισθώνουν / μισθώνουνε |
| Παρατατικός | μίσθωνα | μίσθωνες | μίσθωνε | μισθώναμε | μισθώνατε | μίσθωναν / μισθώναν / μισθώνανε |
| Αόριστος | μίσθωσα | μίσθωσες | μίσθωσε | μισθώσαμε | μισθώσατε | μίσθωσαν / μισθώσαν / μισθώσανε |
| Μέλλοντας | θα μισθώνω / θα μισθώσω | θα μισθώνεις / θα μισθώσεις | θα μισθώνει / θα μισθώσει | θα μισθώνουμε / θα μισθώσουμε | θα μισθώνετε / θα μισθώσετε | θα μισθώνουν / θα μισθώνουνε / θα μισθώσουν / θα μισθώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μισθώσει | έχεις μισθώσει | έχει μισθώσει | έχουμε μισθώσει | έχετε μισθώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μισθώσει | είχες μισθώσει | είχε μισθώσει | είχαμε μισθώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μισθώσει / να μισθώνω / να μισθώσω | να έχεις μισθώσει / να μισθώνεις / να μισθώσεις | να έχει μισθώσει / να μισθώνει / να μισθώσει | να έχουμε μισθώσει / να μισθώνουμε / να μισθώσουμε | να έχετε μισθώσει / να μισθώνετε / να μισθώσετε | να μισθώνουν / να μισθώνουνε / να μισθώσουν / να μισθώσουνε |
| Προστακτική | — | μίσθωνε / μίσθωσε | — | — | μισθώνετε / μισθώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →