μαβής
•
- λογοτεχνικόπου έχει μαβί, μοβ χρώμα, μενεξεδής Βικιλεξικό
- λαμπρά, μαβιά και κίτρινη όχθη πέρα (Κωνσταντίνος Καβάφης)
- Κωνσταντίνος Καβάφης, Μακριά (1914)
- άθιχτο μαβί της πέπλο (Άγγελος Τερζάκης, Απρίλης)
- γαλάζιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαβής < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική ماوی (mavi) (τουρκική mavi) + -ς < αραβική مَاوِيّ (māwiyy, υδάτινος) < αραβική مائي (māwī, ύδωρ, υδατικό)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαβής | μαβιά | μαβί |
| Γενική | μαβή / μαβιού | μαβιάς | μαβί / μαβιού |
| Αιτιατική | μαβή | μαβιά | μαβί |
| Κλητική | μαβή | μαβιά | μαβί |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαβιοί | μαβιές | μαβιά |
| Γενική | μαβιών | μαβιών | μαβιών |
| Αιτιατική | μαβιούς | μαβιές | μαβιά |
| Κλητική | μαβιοί | μαβιές | μαβιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →