Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγιάτικος

/maˈʝa.ti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται κατά τον Μάιο Βικιλεξικό
    • εμφανίστηκε η κυρία Φιλαρέτη σερβίροντας με τον δίσκο γλυκό του κουταλιού με δροσερό νερό. «Γλυκό τριαντάφυλλο από μαγιάτικα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα. Στην Πόλη πολύ το συνηθίζαμε, βάλσαμο για το στομάχι. Εδώ δυσκολεύομαι να τα βρω, μα πάντα υπάρχει ένα βαζάκι για τους λίγους και εκλεκτούς μουσαφίρηδες». (Μαίρη Μαγουλά, Το πιο μακρύ ταξίδι, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
  2. σχετικός με τον Μάιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαγιάτικος < Μά(ης) + -ιάτικος με τροπή [i] > [ʝ] (συνίζηση και συμφωνοποίηση) Δείτε και τη γενική ενικού Μαγιού

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαγιάτικοςμαγιάτικημαγιάτικο
Γενικήμαγιάτικουμαγιάτικηςμαγιάτικου
Αιτιατικήμαγιάτικομαγιάτικημαγιάτικο
Κλητικήμαγιάτικεμαγιάτικημαγιάτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαγιάτικοιμαγιάτικεςμαγιάτικα
Γενικήμαγιάτικωνμαγιάτικωνμαγιάτικων
Αιτιατικήμαγιάτικουςμαγιάτικεςμαγιάτικα
Κλητικήμαγιάτικοιμαγιάτικεςμαγιάτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →