Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαγνητοσκόπηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η καταγραφή εικόνας και ήχου σε μαγνητική ταινία, σήμερα η βιντεοσκόπηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαγνητοσκόπηση < μαγνήτης + σκόπησις για να αποδοθεί τότε στην καθαρεύουσα η γαλλική λέξη magnétoscope (η συσκευή) που με τη σειρά της ειχε συντεθεί από το αρχ. ελληνικό Μαγνῆτις και σκοπέω-σκοπῶ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαγνητοσκόπησημαγνητοσκοπήσεις
Γενικήμαγνητοσκόπησηςμαγνητοσκοπήσεων
Αιτιατικήμαγνητοσκόπησημαγνητοσκοπήσεις
Κλητικήμαγνητοσκόπησημαγνητοσκοπήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →