Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαθές

επίρρημα
•
  1. λαϊκότροποδηλαδή (επεξηγηματικό) Βικιλεξικό
  2. ειρωνικόαλήθεια, άραγε Βικιλεξικό
  3. κρητικάβέβαια, ασφαλώς Βικιλεξικό
    • — Πότισες τα ζα; —Ναι μαθές !
    • Ἐκεῖνος ποὺ ἦτον δικός του ὁ γάλος, ἦρθε μεσάνυχτα κ᾽ ἐφώναζε, ἔκανε τὸ κακό, καὶ μᾶς φοβέριζε ὅλους, κ᾽ ἡ φαμίλια σου, ἐπειδὴς τὸν εἶχε κόψει τὸ γάλο, μαθές, καὶ τὸν εἶχε βάλει στὸ τσουκάλι, βρέθηκε στὰ στενά. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη)

Ετυμολογία

μαθές < Κατά τον Ευάγγελο Πετρούνια, από την προστακτική μάθε του μαθαίνω, κατά τα λες, πες. Κατά τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαθές (αληθινά, βεβαίως) < αρχαία ελληνική προστακτική μάθε του μανθάνω και επίδραση άλλων μεσαιωνικών προστακτικών όπως 'δές. Αναφέρει και την άποψη προέλευσης από το επίρρημα μαθών (αληθινά, φυσικά), επιρρηματική χρήση της αρχαίας μετοχής μαθών του μετοχή ενεργητικού αορίστου του ρήματος μανθάνω.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →