μακάριος
•
- ο ευτυχισμένος, που δεν έχει βάσανα και έγνοιες Βικιλεξικό
- Ἀλλὰ πλὴν τῶν ὑψίστων τῆς τέχνης, ὁ μακάριος οὗτος θυρωρὸς φαίνεται ἰκανώτατος νὰ ἐκτιμήσῃ καὶ ἄλλας ταπεινοτέρας ἀπολαύσεις (Εμμανουήλ Ροΐδης, Ο Αγιοπετρίτης)
Ετυμολογία
μακάριος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μακάριος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μακάριος | μακάρια | μακάριο |
| Γενική | μακάριου | μακάριας | μακάριου |
| Αιτιατική | μακάριο | μακάρια | μακάριο |
| Κλητική | μακάριε | μακάρια | μακάριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μακάριοι | μακάριες | μακάρια |
| Γενική | μακάριων | μακάριων | μακάριων |
| Αιτιατική | μακάριους | μακάριες | μακάρια |
| Κλητική | μακάριοι | μακάριες | μακάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →