μακαρίζω
•
- καλοτυχίζω, θεωρώ κάποιον μακάριο, καλότυχο Βικιλεξικό
- όλοι τον μακαρίζουν για τα καλά παιδιά του
Ετυμολογία
μακαρίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μακαρίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μακαρίζω | μακαρίζεις | μακαρίζει | μακαρίζουμε | μακαρίζετε | μακαρίζουν / μακαρίζουνε |
| Παρατατικός | μακάριζα | μακάριζες | μακάριζε | μακαρίζαμε | μακαρίζατε | μακάριζαν / μακαρίζαν / μακαρίζανε |
| Αόριστος | μακάρισα | μακάρισες | μακάρισε | μακαρίσαμε | μακαρίσατε | μακάρισαν / μακαρίσαν / μακαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα μακαρίζω / θα μακαρίσω | θα μακαρίζεις / θα μακαρίσεις | θα μακαρίζει / θα μακαρίσει | θα μακαρίζουμε / θα μακαρίσουμε | θα μακαρίζετε / θα μακαρίσετε | θα μακαρίζουν / θα μακαρίζουνε / θα μακαρίσουν / θα μακαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μακαρίσει | έχεις μακαρίσει | έχει μακαρίσει | έχουμε μακαρίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μακαρίσει | είχες μακαρίσει | είχε μακαρίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μακαρίσει / να μακαρίζω / να μακαρίσω | να έχεις μακαρίσει / να μακαρίζεις / να μακαρίσεις | να έχει μακαρίσει / να μακαρίζει / να μακαρίσει | να έχουμε μακαρίσει / να μακαρίζουμε / να μακαρίσουμε | να μακαρίζετε / να μακαρίσετε | να μακαρίζουν / να μακαρίζουνε / να μακαρίσουν / να μακαρίσουνε |
| Προστακτική | — | μακάριζε / μακάρισε | — | — | μακαρίζετε / μακαρίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μακαρίστηκαμακαρίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →