μακιαβελικός
•
- που έχει σχέση με το έργο του Νικολό Μακιαβέλι ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
- που αναφέρεται στη στάση και την πρακτική του μακιαβελισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μακιαβελικός < Νικολό Μακιαβέλι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μακιαβελικός | μακιαβελική | μακιαβελικό |
| Γενική | μακιαβελικού | μακιαβελικής | μακιαβελικού |
| Αιτιατική | μακιαβελικό | μακιαβελική | μακιαβελικό |
| Κλητική | μακιαβελικέ | μακιαβελική | μακιαβελικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μακιαβελικοί | μακιαβελικές | μακιαβελικά |
| Γενική | μακιαβελικών | μακιαβελικών | μακιαβελικών |
| Αιτιατική | μακιαβελικούς | μακιαβελικές | μακιαβελικά |
| Κλητική | μακιαβελικοί | μακιαβελικές | μακιαβελικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →