Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μακιαβελισμός

/ma.ca.ve.liˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πολιτικήη πολιτική θεωρία σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση ή ηγεμόνας άλλοτε μίας χώρας, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μεταχειρίζεται οποιοδήποτε μέσο, ηθικά ορθό η μη, προκειμένου να προστατεύσει το κράτος του Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη αμοραλιστική στάση και πρακτική σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται η άρση κάθε ηθικού φραγμού, μηχανορραφία και δολοπλοκία για την επίτευξη προσωπικών στόχων, ακόμα και άνομων, στα πλαίσια των ρυθμιστικών κανόνων μιας κοινωνικής ομάδας ή οποιασδήποτε μορφής κοινότητας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μακιαβελισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική machiavélisme

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμακιαβελισμόςμακιαβελισμοί
Γενικήμακιαβελισμούμακιαβελισμών
Αιτιατικήμακιαβελισμόμακιαβελισμούς
Κλητικήμακιαβελισμέμακιαβελισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →