μακιαβελισμός
•
- πολιτικήη πολιτική θεωρία σύμφωνα με την οποία η κυβέρνηση ή ηγεμόνας άλλοτε μίας χώρας, εκτιμώντας τις περιστάσεις, μεταχειρίζεται οποιοδήποτε μέσο, ηθικά ορθό η μη, προκειμένου να προστατεύσει το κράτος του Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη αμοραλιστική στάση και πρακτική σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται η άρση κάθε ηθικού φραγμού, μηχανορραφία και δολοπλοκία για την επίτευξη προσωπικών στόχων, ακόμα και άνομων, στα πλαίσια των ρυθμιστικών κανόνων μιας κοινωνικής ομάδας ή οποιασδήποτε μορφής κοινότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μακιαβελισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική machiavélisme
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μακιαβελισμός | μακιαβελισμοί |
| Γενική | μακιαβελισμού | μακιαβελισμών |
| Αιτιατική | μακιαβελισμό | μακιαβελισμούς |
| Κλητική | μακιαβελισμέ | μακιαβελισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →