Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαλλιάζω

/maˈʎa.zo/ρήμα
•
  1. βγάζω μαλλιά, χνούδι ή τρίχωμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαλλιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαλλιάζω < μαλλ(ίν) + -ιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμαλλιάζωμαλλιάζειςμαλλιάζειμαλλιάζουμεμαλλιάζετεμαλλιάζουν / μαλλιάζουνε
Παρατατικόςμάλλιαζαμάλλιαζεςμάλλιαζεμαλλιάζαμεμαλλιάζατεμάλλιαζαν / μαλλιάζαν / μαλλιάζανε
Αόριστοςμάλλιασαμάλλιασεςμάλλιασεμαλλιάσαμεμαλλιάσατεμάλλιασαν / μαλλιάσαν / μαλλιάσανε
Μέλλονταςθα μαλλιάζω / θα μαλλιάσωθα μαλλιάζεις / θα μαλλιάσειςθα μαλλιάζει / θα μαλλιάσειθα μαλλιάζουμε / θα μαλλιάσουμεθα μαλλιάζετε / θα μαλλιάσετεθα μαλλιάζουν / θα μαλλιάζουνε / θα μαλλιάσουν / θα μαλλιάσουνε
Παρακείμενοςέχω μαλλιάσειέχεις μαλλιάσειέχει μαλλιάσειέχουμε μαλλιάσειέχετε μαλλιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μαλλιάσειείχες μαλλιάσειείχε μαλλιάσειείχαμε μαλλιάσει——
Υποτακτικήνα έχω μαλλιάσει / να μαλλιάζω / να μαλλιάσωνα έχεις μαλλιάσει / να μαλλιάζεις / να μαλλιάσειςνα έχει μαλλιάσει / να μαλλιάζει / να μαλλιάσεινα έχουμε μαλλιάσει / να μαλλιάζουμε / να μαλλιάσουμενα έχετε μαλλιάσει / να μαλλιάζετε / να μαλλιάσετενα μαλλιάζουν / να μαλλιάζουνε / να μαλλιάσουν / να μαλλιάσουνε
Προστακτική—μάλλιαζε / μάλλιασε——μαλλιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μαλλιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →