μαλλιαρή
•
- μειωτικόουσιαστικοποιημένο επίθετο, που από το 1900 έως περίπου το 1960 σήμαινε τη δημοτική γλώσσα (που θεωρείτο τότε λαϊκή και βάρβαρη). Καθώς η δημοτική χρησιμοποιήθηκε από τους λογοτέχνες και έγινε πιο αποδεκτή, η μαλλιαρή σήμαινε πια, όχι γενικά τη δημοτική, αλλά την ακραία δημοτική. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαλλιαρή < μαλλιαρή φιλολογία ^(βλ.σημ.) - ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου μαλλιαρός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →