μανάρι
•
- μικρό αρνάκι, αμνοερίφιο που τρέφεται ειδικά με προορισμό να το σφάξουν νεαρό Βικιλεξικό
- Το μανάρι εἶναι γκαστρωμένο. ̓́Ασε πρῶτα νά γεννήσει καί μετά τό σφάζουμε. Ὄχι, τώρα τό θέλω. Τί νά κάνει ὁ βασιλιάς, τῆς ἔκαμε τό χατίρι. Ἔβαλε τόν ὑπηρέτη του κι ἔσφαξε τό μανάρι (Συλλογή Μαρούλας Κλιάφα, Παραμύθια της Θεσσαλίας, εκδ. Κέδρος, 1977, σελ. 88)
- προσφώνησηθαυμαστική προσφώνηση (προς παιδάκι, γυναίκα, άντρα) Βικιλεξικό
- Το μανάρι, το είδες;» «Το είδα!» της απάντησε χαμηλόφωνα, χαμογελώντας πονηρά ο Φοίβος. Το μανάρι που είχε δει η Κλαίρη και έτρωγε κυριολεκτικά με τα μάτια της, όλη την ώρα της συνάντησης τους, ήταν μία νεαρή δικηγόρος (Γιώργος Ντόβας, Μαγικό Βουνό, 2024)
Ετυμολογία
μανάρι < (άμεσο δάνειο) αρωμουνική manări, πληθυντικός αριθμός του manăre < λατινική manuarius < manus + -arius < πρωτοϊταλική *manus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *méh₂-r̥ / *mh₂-én-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μανάρι | μανάρια |
| Γενική | μαναριού | μαναριών |
| Αιτιατική | μανάρι | μανάρια |
| Κλητική | μανάρι | μανάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →