μανίτσα
•
- τρυφερή έκφραση για τη μητέρα Βικιλεξικό
- Μανίτσα θέλω κι άλλο γλυκό!
- προσφώνησηπροσφώνηση φίλης, συναδέλφου κ.λπ., όχι απαραίτητα όμως τρυφερός Βικιλεξικό
- Σου είπα να μην το κάνεις έτσι μανίτσα μου, τώρα πρέπει να το ξαναφτιάξεις απ' την αρχή
- γλυκόλογο στην σύζυγο, ερωμένη ή, υποτίθεται και ως κοπλιμέντο, σε άγνωστη γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μανίτσα < μάν(α) + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μανίτσα | μανίτσες |
| Γενική | μανίτσας | — |
| Αιτιατική | μανίτσα | μανίτσες |
| Κλητική | μανίτσα | μανίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →