Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μανίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. τρυφερή έκφραση για τη μητέρα Βικιλεξικό
    • Μανίτσα θέλω κι άλλο γλυκό!
  2. προσφώνησηπροσφώνηση φίλης, συναδέλφου κ.λπ., όχι απαραίτητα όμως τρυφερός Βικιλεξικό
    • Σου είπα να μην το κάνεις έτσι μανίτσα μου, τώρα πρέπει να το ξαναφτιάξεις απ' την αρχή
  3. γλυκόλογο στην σύζυγο, ερωμένη ή, υποτίθεται και ως κοπλιμέντο, σε άγνωστη γυναίκα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μανίτσα < μάν(α) + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμανίτσαμανίτσες
Γενικήμανίτσας—
Αιτιατικήμανίτσαμανίτσες
Κλητικήμανίτσαμανίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →