Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μανατζαρέος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ανεπίσημουποτιμητική αναφορά στο διευθυντικό προσωπικό οργανισμών (των διευθυντών = managers στα αγγλικά) Βικιλεξικό
    • Άνθρωποι, συνάνθρωποι, υπάνθρωποι και απάνθρωποι, υπάλληλοι, ντελιβεράδες και μανατζαρέοι, παιδιά γερασμένα, γερασμένοι που νιώθουν παιδιά, ανήσυχες υπάρξεις και φιλήσυχες συνειδήσεις, γυναίκες και άντρες που τιμούν το ρόλο τους (Ιστορίες της διπλανής κρίσης, Μαρία Κανελλάκη, εκδ. 24 γράμματα, 2017)
    • Όσο για τον Τόμσεν, σαν καριερίστας μανατζαρέος, θέλει να φαίνεται καλός υπερασπιστής των χρημάτων και των συμφερόντων των αφεντικών του στο ΔΝΤ. (Οι λαϊκιστές: Σόιμπλε, Τόμσεν, Τσίπρας, 5 Σεπτεμβρίου 2019, star.gr https://www.star.gr/apopsi/367616/oi-la-kistes-soimple-tomsen-tsipras)
    • Η εργοδοσία και οι μανατζαρέοι είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για τη υγεία και την ασφάλεια των συναδέλφων (Σωματείο Εργαζομένων Forthnet-Netmed https://web.archive.org/web/20210616140231/http://sefn.org/?p=213)

Ετυμολογία

μανατζαρέος < μάνατζερ < manager

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμανατζαρέοςμανατζαρέοι
Γενικήμανατζαρέουμανατζαρέων
Αιτιατικήμανατζαρέομανατζαρέους
Κλητικήμανατζαρέεμανατζαρέοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →