Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μανιακός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ψυχικά ασθενής που εμφανίζει συχνά κρίσεις πανικού, ακρατή συμπεριφορά, βία, σπασμούς, επαναλαμβανόμενες δράσεις και σκέψεις ή τουλάχιστον κάποια από αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μανιακός < αρχαία ελληνική μανιακός (μαινόμενος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμανιακή / μανιακός / μανιακόμανιακές / μανιακοί / μανιακά
Γενικήμανιακής / μανιακού / μανιακούμανιακών / μανιακών / μανιακών
Αιτιατικήμανιακή / μανιακό / μανιακόμανιακές / μανιακούς / μανιακά
Κλητικήμανιακή / μανιακέ / μανιακόμανιακές / μανιακοί / μανιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μανιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που διακατέχεται από μανία, που είναι μανιώδης συνήθως με αρνητική έννοια για την υπερβολή των συναισθημάτων και των ενεργειών του Βικιλεξικό
    • μανιακός με την καθαριότητα - μανιακός δολοφόνος

Ετυμολογία

μανιακός < αρχαία ελληνική μανιακός (μαινόμενος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμανιακόςμανιακήμανιακό
Γενικήμανιακούμανιακήςμανιακού
Αιτιατικήμανιακόμανιακήμανιακό
Κλητικήμανιακέμανιακήμανιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμανιακοίμανιακέςμανιακά
Γενικήμανιακώνμανιακώνμανιακών
Αιτιατικήμανιακούςμανιακέςμανιακά
Κλητικήμανιακοίμανιακέςμανιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →