μαντάρα
•
- άνω κάτω, κουλουβάχατα Βικιλεξικό
- παρωχημένοτόπος χωρίς δένδρα, αποψιλωμένος Βικιλεξικό
- Καμμιά παχνιδιάρα στροφή, κανένας σκιερός τόπος, πουθενά ένα ρυάκι. Η καλοκαιρινή Μεσαορία είναι σα μια μαντάρα, μια στέγνα, μια αποψιλωμένη έκταση χωρίς χαρές. Σαν ένας τάφος που κρύβει μέσα του τη δύναμη της ανοιξιάτικης προσμονής της ανάστασης. (Φιλολογική Κύπρος, Ελληνικός Πνευματικός Όμιλος Κύπρου, 1967, σελ. 116)
- παρωχημένοτο όσχεον των αιδοίων Βικιλεξικό
- Ασίτικο κατάρα, 'ς σου σκυλί 'ς σή μαντάρα. φρσ. λέγεται προς τον καταρώμενον (κατάρα από την Όφη του Πόντου)
Ετυμολογία
μαντάρα < # μαδάρα < μαδαρός # πιθανώς έχει αραβική προέλευση
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →