μαντάρω
•
- επιδιορθώνω ένα φθαρμένο ή τρύπιο ύφασμα (ή ρούχο, κάλτσα κ.λπ.) με βελονιές που μιμούνται την ύφανση, ώστε να μην είναι ορατή η επιδιόρθωση Βικιλεξικό
- Μαντάρω κάλτσες τοποθετώντας μέσα ένα ξύλινο αβγό. Πάνω του κάνω τις βελονιές μου μία μία έως ότου να καλυφθεί η τρύπα.
Ετυμολογία
μαντάρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική mendare < λατινική emendo < e + menda < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *mend-
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →