Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαντίλι

/manˈdi.li/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ενδυμασίακομμάτι από λεπτό ύφασμα που χρησιμοποιείται για να καλύψει το κεφάλι ή φοριέται στο λαιμό Βικιλεξικό
  2. κομμάτι από ύφασμα με το οποίο κάποιος σκουπίζει το πρόσωπό του (τα μάτια ή τα χείλη) ή φυσά τη μύτη του Βικιλεξικό
    • τα δάκρυά μου είναι καυτά, μου κάψαν το μαντίλι (από τραγούδι του Σταύρου Ξαρχάκου σε στίχους του Βαγγέλη Γκούφα)

Ετυμολογία

μαντίλι < ελληνιστική κοινή μαντίλιον (και ἡ μαντήλη, τὸ μαντήλιον, τὸ μανδήλιον) < λατινική mantilium / mantelium, υποκοριστικό του mantile / mantele < manus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *man-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαντίλιμαντίλια
Γενικήμαντιλιούμαντιλιών
Αιτιατικήμαντίλιμαντίλια
Κλητικήμαντίλιμαντίλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →