μαντίλι
•
- ενδυμασίακομμάτι από λεπτό ύφασμα που χρησιμοποιείται για να καλύψει το κεφάλι ή φοριέται στο λαιμό Βικιλεξικό
- κομμάτι από ύφασμα με το οποίο κάποιος σκουπίζει το πρόσωπό του (τα μάτια ή τα χείλη) ή φυσά τη μύτη του Βικιλεξικό
- τα δάκρυά μου είναι καυτά, μου κάψαν το μαντίλι (από τραγούδι του Σταύρου Ξαρχάκου σε στίχους του Βαγγέλη Γκούφα)
Ετυμολογία
μαντίλι < ελληνιστική κοινή μαντίλιον (και ἡ μαντήλη, τὸ μαντήλιον, τὸ μανδήλιον) < λατινική mantilium / mantelium, υποκοριστικό του mantile / mantele < manus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *man-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαντίλι | μαντίλια |
| Γενική | μαντιλιού | μαντιλιών |
| Αιτιατική | μαντίλι | μαντίλια |
| Κλητική | μαντίλι | μαντίλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →