μαντιλοδεμένος
•
- δεμένος με μαντίλι Βικιλεξικό
- Πηνελόπη Δέλτα, Τρελαντώνης Κεφάλαιο 1Ζ'
Ετυμολογία
μαντιλοδεμένος (μετοχή χωρίς ρήμα) < μαντίλ(ι) + -ο- + δεμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δένω
Άλλοι τύποι
μαντιλοδεμέναμαντιλοδεμένεμαντιλοδεμένεςμαντιλοδεμένημαντιλοδεμένηςμαντιλοδεμένομαντιλοδεμένοιμαντιλοδεμένοςμαντιλοδεμένουμαντιλοδεμένουςμαντιλοδεμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →