Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαντεία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο χρησμός Βικιλεξικό
    • Η Τερέζα είχε βαρεθεί να γυρίζει στα χωριά, να λέει μπούρδες λες και ήταν πραγματικές μαντείες, να κοιμάται σε ξένα κρεβάτια, να της τάζουν παλάτια και να εννοούν καλύβια, να σχολιάζουν τις βυζάρες της άξεστοι χωριάτες, να τρώει αηδίες στις ταβέρνες και ν' ανέχεται τη ζήλια των συναδέλφων της. (Ευγενία Φακίνου, Το τρένο των νεφών, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  2. η μαντική τέχνη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαντεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μαντεία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαντείαμαντείες
Γενικήμαντείαςμαντειών
Αιτιατικήμαντείαμαντείες
Κλητικήμαντείαμαντείες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →