μαντούρα
•
- μουσικό όργανοείδος φλογέρας ή κλαρινέτου με μονό γλωσσίδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαντούρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαντούρα / παντούρα / πανδούρα < ελληνιστική κοινή πανδοῦρα < λυδική προέλευση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαντούρα | μαντούρες |
| Γενική | μαντούρας | μαντούρων |
| Αιτιατική | μαντούρα | μαντούρες |
| Κλητική | μαντούρα | μαντούρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →