Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαραγκιάζω

ρήμα
•
  1. μαραίνομαι, ξεραίνομαι Βικιλεξικό
    • Να στείλω γράμμα, χάνεται, δεν βρίσκει το παιδί μου, Να μάθη, όσα να τω πη, διψάει η καρδιά μου· Να στείλω μήλο σήπεται, λουλούδι μαραγκιάζει
    • 20ός αιώνας, ⌘ Γιάννης Ρίτσος, Ὁ ἀφανισμὸς τῆς Μῆλος, [1969], @greek-language.gr
  2. κατ’ επέκτασηζαρώνω, συρρικνώνομαι, σταφιδιάζω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάχάνω τη ζωτικότητά μου, μαραζώνω, γερνώ Βικιλεξικό
    • Με τον πρώτο γιο στην κοιλιά η Ηρακλεία είχε ανθίσει, με τον δεύτερο το ίδιο, αλλά στην τρίτη γκαστριά το πρόσωπό της μαράγκιασε, φριχτό πλήγμα, γιατί έλπιζε ότι θα ήταν από εκείνες που γεννάνε μόνο αρσενικά παιδιά, βασίλισσα στην ιεραρχία του χωριού.

Ετυμολογία

μαραγκιάζω < (λαϊκότροπο) ελληνιστική κοινή μαραγγιάω / μαραγγιῶ. Προτείνεται και παρόμοια ετυμολογική γραφή. Δεν σχετίζεται ετυμολογικά με το ρήμα μαραίνω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμαραγκιάζωμαραγκιάζειςμαραγκιάζειμαραγκιάζουμεμαραγκιάζετεμαραγκιάζουν / μαραγκιάζουνε
Παρατατικόςμαράγκιαζαμαράγκιαζεςμαράγκιαζεμαραγκιάζαμεμαραγκιάζατεμαράγκιαζαν / μαραγκιάζαν / μαραγκιάζανε
Αόριστοςμαράγκιασαμαράγκιασεςμαράγκιασεμαραγκιάσαμεμαραγκιάσατεμαράγκιασαν / μαραγκιάσαν / μαραγκιάσανε
Μέλλονταςθα μαραγκιάζω / θα μαραγκιάσωθα μαραγκιάζεις / θα μαραγκιάσειςθα μαραγκιάζει / θα μαραγκιάσειθα μαραγκιάζουμε / θα μαραγκιάσουμεθα μαραγκιάζετε / θα μαραγκιάσετεθα μαραγκιάζουν / θα μαραγκιάζουνε / θα μαραγκιάσουν / θα μαραγκιάσουνε
Παρακείμενοςέχω μαραγκιάσειέχεις μαραγκιάσειέχει μαραγκιάσειέχουμε μαραγκιάσειέχετε μαραγκιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μαραγκιάσειείχες μαραγκιάσειείχε μαραγκιάσειείχαμε μαραγκιάσει——
Υποτακτικήνα έχω μαραγκιάσει / να μαραγκιάζω / να μαραγκιάσωνα έχεις μαραγκιάσει / να μαραγκιάζεις / να μαραγκιάσειςνα έχει μαραγκιάσει / να μαραγκιάζει / να μαραγκιάσεινα έχουμε μαραγκιάσει / να μαραγκιάζουμε / να μαραγκιάσουμενα έχετε μαραγκιάσει / να μαραγκιάζετε / να μαραγκιάσετενα μαραγκιάζουν / να μαραγκιάζουνε / να μαραγκιάσουν / να μαραγκιάσουνε
Προστακτική—μαράγκιαζε / μαράγκιασε——μαραγκιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

μαραγκιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →