μαραγκοσύνη
•
- λαϊκότροποη τέχνη του μαραγκού, η ενασχόληση με κατασκευή αλλά και με επισκευή ξύλινων επίπλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαραγκοσύνη < μαραγκ(ός) + -οσύνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μαραγκοσύνη | μαραγκοσύνες |
| Γενική | μαραγκοσύνης | μαραγκοσυνών |
| Αιτιατική | μαραγκοσύνη | μαραγκοσύνες |
| Κλητική | μαραγκοσύνη | μαραγκοσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →