Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαραγκός

/ma.ɾaŋˈɡos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο ξυλουργός, ο επιπλοποιός που φτιάχνει ξύλινα έπιπλα αλλά και ο τεχνίτης που τα επισκευάζει Βικιλεξικό
    • Ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός ἠγέρθη ὑψηλός, μεγαλόσωμος, ὀλίγον κυρτός, τινάξας τά σκέλη του. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο, 1892)

Ετυμολογία

μαραγκός < (άμεσο δάνειο) βενετική marangon (ξυλουργός (ιταλική marangone) < λατινικής ή παλαιοϊταλικής προέλευσης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαραγκόςμαραγκοί
Γενικήμαραγκούμαραγκών
Αιτιατικήμαραγκόμαραγκούς
Κλητικήμαραγκέμαραγκοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →