μαραζιάζω
•
- προκαλώ σε κάποιον μαράζι Βικιλεξικό
- υφίσταμαι μαράζι Βικιλεξικό
- μαραίνομαι, μαραγκιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαραζιάζω < μαράζ(ι) + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαραζιάζω | μαραζιάζεις | μαραζιάζει | μαραζιάζουμε | μαραζιάζετε | μαραζιάζουν / μαραζιάζουνε |
| Παρατατικός | μαράζιαζα | μαράζιαζες | μαράζιαζε | μαραζιάζαμε | μαραζιάζατε | μαράζιαζαν / μαραζιάζαν / μαραζιάζανε |
| Αόριστος | μαράζιασα | μαράζιασες | μαράζιασε | μαραζιάσαμε | μαραζιάσατε | μαράζιασαν / μαραζιάσαν / μαραζιάσανε |
| Μέλλοντας | θα μαραζιάζω / θα μαραζιάσω | θα μαραζιάζεις / θα μαραζιάσεις | θα μαραζιάζει / θα μαραζιάσει | θα μαραζιάζουμε / θα μαραζιάσουμε | θα μαραζιάζετε / θα μαραζιάσετε | θα μαραζιάζουν / θα μαραζιάζουνε / θα μαραζιάσουν / θα μαραζιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μαραζιάσει | έχεις μαραζιάσει | έχει μαραζιάσει | έχουμε μαραζιάσει | έχετε μαραζιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μαραζιάσει | είχες μαραζιάσει | είχε μαραζιάσει | είχαμε μαραζιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαραζιάσει / να μαραζιάζω / να μαραζιάσω | να έχεις μαραζιάσει / να μαραζιάζεις / να μαραζιάσεις | να έχει μαραζιάσει / να μαραζιάζει / να μαραζιάσει | να έχουμε μαραζιάσει / να μαραζιάζουμε / να μαραζιάσουμε | να έχετε μαραζιάσει / να μαραζιάζετε / να μαραζιάσετε | να μαραζιάζουν / να μαραζιάζουνε / να μαραζιάσουν / να μαραζιάσουνε |
| Προστακτική | — | μαράζιαζε / μαράζιασε | — | — | μαραζιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μαραζιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →