Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαριόλης

/maɾˈʝo.lis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κατεργάρης, απατεωνίσκος Βικιλεξικό
  2. που κάνει γαλιφιές, νάζια με απώτερο στόχο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαριόλης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαριόλ(ος) + -ης < τουρκική maryol ή βενετική mariolo (απατεώνας) + -οςάγνωστης ετυμολογίας

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαριόληςμαριόλαμαριόλικο
Γενικήμαριόλημαριόλαςμαριόλικου
Αιτιατικήμαριόλημαριόλαμαριόλικο
Κλητικήμαριόλημαριόλαμαριόλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαριόληδεςμαριόλεςμαριόλικα
Γενικήμαριόληδων—μαριόλικων
Αιτιατικήμαριόληδεςμαριόλεςμαριόλικα
Κλητικήμαριόληδεςμαριόλεςμαριόλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →