Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαρμαρυγιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ορυκτολογίαπου έχει σχέση με τον μαρμαρυγία, αναφέρεται ή ανήκει σ’ αυτόν, αποτελείται από μαρμαρυγία ή τον περιέχει στη σύστασή του Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαρμαρυγιακός < μαρμαρυγίας + -ακός < μαρμαρυγή < αρχαία ελληνική μαρμαρυγή < μαρμαίρω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαρμαρυγιακόςμαρμαρυγιακήμαρμαρυγιακό
Γενικήμαρμαρυγιακούμαρμαρυγιακήςμαρμαρυγιακού
Αιτιατικήμαρμαρυγιακόμαρμαρυγιακήμαρμαρυγιακό
Κλητικήμαρμαρυγιακέμαρμαρυγιακήμαρμαρυγιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαρμαρυγιακοίμαρμαρυγιακέςμαρμαρυγιακά
Γενικήμαρμαρυγιακώνμαρμαρυγιακώνμαρμαρυγιακών
Αιτιατικήμαρμαρυγιακούςμαρμαρυγιακέςμαρμαρυγιακά
Κλητικήμαρμαρυγιακοίμαρμαρυγιακέςμαρμαρυγιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →