μάρμαρο
•
- σκληρό κρυσταλλικό πέτρωμα από ασβεστίτη, ποικίλων χρωμάτων, το οποίο χρησιμοποιείται στη γλυπτική, στην κατασκευή μνημείων ή ως διακοσμητικό υλικό στην οικοδομική (επένδυση δαπέδων, τοίχων κλπ.) Βικιλεξικό
- μάρμαρο Πεντέλης
- συνεκδοχικάπροτομή, άγαλμα Βικιλεξικό
- αυτός που χαρακτηρίζεται από σκληρότητα και δύναμη ή διαθέτει γενναιότητα Βικιλεξικό
- ο πολύ παγωμένος Βικιλεξικό
- το μείγμα για σοβάτισμα που περιέχει μαρμαρόσκονη και το τελευταίο στρώμα του σοβά στο οποίο χρησιμοποιείται αυτό το μείγμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μάρμαρο < ελληνιστική κοινή μάρμαρον < μάρμαρος (θηλυκό) < αρχαία ελληνική μάρμαρος (αρσενικό) < (ίσως) μαρμαίρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mer- (λάμπω, αστράφτω, φέγγω) ή προελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μάρμαρο | μάρμαρα |
| Γενική | μάρμαρου / μαρμάρου | μαρμάρων |
| Αιτιατική | μάρμαρο | μάρμαρα |
| Κλητική | μάρμαρο | μάρμαρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →