Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαρξισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πολιτικήη οικονομική, πολιτική και κοινωνική θεωρία του Μαρξ και του Έγκελς που βασίζεται στην πάλη των τάξεων με στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση του σοσιαλιστικού συστήματος. Βικιλεξικό
  2. η κοινωνική και οικονομική θεωρία που διατυπώθηκε από τον Καρλ Μαρξ και που αποτέλεσε τη βάση της πολιτικής των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαρξισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική marxisme < επώνυμο Μαρξ του Karl Marx + -isme (-ισμός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμαρξισμόςμαρξισμοί
Γενικήμαρξισμούμαρξισμών
Αιτιατικήμαρξισμόμαρξισμούς
Κλητικήμαρξισμέμαρξισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →