μαρσιποφόρος
•
- που φέρει μάρσιπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαρσιποφόρος < μάρσιπ(ος) + -ο- + -φόρος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρσιποφόρος | μαρσιποφόρος | μαρσιποφόρο |
| Γενική | μαρσιποφόρου | — | μαρσιποφόρου |
| Αιτιατική | μαρσιποφόρο | — | μαρσιποφόρο |
| Κλητική | μαρσιποφόρε | — | μαρσιποφόρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μαρσιποφόροι | — | μαρσιποφόρα |
| Γενική | μαρσιποφόρων | — | μαρσιποφόρων |
| Αιτιατική | μαρσιποφόρους | — | μαρσιποφόρα |
| Κλητική | μαρσιποφόροι | — | μαρσιποφόρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →