Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαρσιποφόρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φέρει μάρσιπο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαρσιποφόρος < μάρσιπ(ος) + -ο- + -φόρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαρσιποφόροςμαρσιποφόροςμαρσιποφόρο
Γενικήμαρσιποφόρου—μαρσιποφόρου
Αιτιατικήμαρσιποφόρο—μαρσιποφόρο
Κλητικήμαρσιποφόρε—μαρσιποφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμαρσιποφόροι—μαρσιποφόρα
Γενικήμαρσιποφόρων—μαρσιποφόρων
Αιτιατικήμαρσιποφόρους—μαρσιποφόρα
Κλητικήμαρσιποφόροι—μαρσιποφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →