μαρτυράω
•
- αποκαλύπτω μυστικό που μου έχουν εμπιστευτεί, ενώ θα έπερεπ να το κρατήσω Βικιλεξικό
- με μαρτύρησε ο μικρός στη μάνα μας ότι έσπασα το τζάμι
- μόνο στην ενεργητική φωνή Βικιλεξικό
- μεταφορικάμόνο στην ενεργητική φωνή Βικιλεξικό
- μαρτύρησε η μάνα τους για να τους αναστήσει
- το λόγιο μαρτυρώ¹ για τις σημασίες τεκμηριώνω, έχω μαρτυρικό θάνατο για τη χριστιανική πίστη, καταθέτω σε δικαστήριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μαρτυράω < μαρτυρ(ώ) + νεότερο επίθημα -άω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μαρτυρώ, συνηρημένος τύπος του μαρτυρέω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μαρτυράω / μαρτυρώ | μαρτυράς | μαρτυρά / μαρτυράει | μαρτυράμε / μαρτυρούμε | μαρτυράτε | μαρτυράν / μαρτυράνε / μαρτυρούν / μαρτυρούνε |
| Παρατατικός | μαρτυρούσα | μαρτυρούσες | μαρτυρούσε | μαρτυρούσαμε | μαρτυρούσατε | μαρτυρούσαν / μαρτυρούσανε |
| Αόριστος | μαρτύρησα | μαρτύρησες | μαρτύρησε | μαρτυρήσαμε | μαρτυρήσατε | μαρτυρήσαν / μαρτυρήσανε / μαρτύρησαν |
| Μέλλοντας | θα μαρτυράω / θα μαρτυρήσω / θα μαρτυρώ | θα μαρτυράς / θα μαρτυρήσεις | θα μαρτυρά / θα μαρτυράει / θα μαρτυρήσει | θα μαρτυράμε / θα μαρτυρήσουμε / θα μαρτυρούμε | θα μαρτυράτε / θα μαρτυρήσετε | θα μαρτυράν / θα μαρτυράνε / θα μαρτυρήσουν / θα μαρτυρήσουνε / θα μαρτυρούν / θα μαρτυρούνε |
| Παρακείμενος | έχω μαρτυρήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μαρτυρήσει / να μαρτυράω / να μαρτυρήσω / να μαρτυρώ | να μαρτυράς / να μαρτυρήσεις | να μαρτυρά / να μαρτυράει / να μαρτυρήσει | να μαρτυράμε / να μαρτυρήσουμε / να μαρτυρούμε | να μαρτυράτε / να μαρτυρήσετε | να μαρτυράν / να μαρτυράνε / να μαρτυρήσουν / να μαρτυρήσουνε / να μαρτυρούν / να μαρτυρούνε |
| Προστακτική | — | μαρτύρα / μαρτύραγε / μαρτύρησε | — | — | μαρτυράτε / μαρτυρήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μαρτυρήθηκαμαρτυριέμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →