Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μαρόν

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. χρώμακαστανό, καφέ, καφετί Βικιλεξικό
  2. ξηρός καρπόςμεγάλο κάστανο άριστης ποιότητας που χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική Βικιλεξικό
  3. μασάω όλη την ώρα κάτι, απασχολούμαι με το μάσημα (φαγητό, ξηρούς καρπούς, τσίχλα, το πλαστικό πώμα ενός στιλό κ.α.) Βικιλεξικό
    • Η Κατίγκω κατέβηκε στο σαλόνι φορώντας την υδραίικη ενδυμασία. Βρήκε την Κοκόνα-Κρυσταλλένια να μασουλάει μαρόν γλασέ. Είδε η θεία την ανιψιά και σηκώθηκε τρέμοντας από την πολυθρόνα. Έπεσε η τσάντα της στο πάτωμα, σκορπίστηκαν τα μαρόν στο χαλί. (Φιλομήλα Λαπατά, Η χήρα του Πειραιά, εκδ. Καστανιώτη, 2012)

Ετυμολογία

μαρόν < (άμεσο δάνειο) γαλλική marron

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μαρόν

επίθετο
•
  1. καστανός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μαρόν < (άμεσο δάνειο) γαλλική marron

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →