μασέλα
•
- η τεχνητή οδοντοστοιχία Βικιλεξικό
- Η Μέλπω μίλαγε με αδύναμα τα σύμφωνα και με ανύπαρκτα τα οδοντικά του, δου, θου - πώς να προφέρεις άλλωστε τα οδοντικά χωρίς δόντια. Είχε χάσει μου έλεγε, πριν από χρόνια τη μασέλα της σε συνθήκες που δε θέλω να σας περιγράψω, γιατί θα σας στενοχωρήσω.
- η φυσική οδοντοστοιχία Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, 1874‑1941 Μάγκας, Κεφάλαιο ΣΤ, χ.ε., αρχική δημοσίευση: 1935.
Ετυμολογία
μασέλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μασέλα < ιταλική mascella
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μασέλα | μασέλες |
| Γενική | μασέλας | — |
| Αιτιατική | μασέλα | μασέλες |
| Κλητική | μασέλα | μασέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →