μασκαρεύω
•
- φορώ μάσκα σε κάποιον Βικιλεξικό
- ντύνω κάποιον αποκριάτικα Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαλύπτω κάτι με δόλο, εξαπατώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μασκαρεύω < μασκαράς + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μασκαρεύω | μασκαρεύεις | μασκαρεύει | μασκαρεύουμε | μασκαρεύετε | μασκαρεύουν / μασκαρεύουνε |
| Παρατατικός | μασκάρευα | μασκάρευες | μασκάρευε | μασκαρεύαμε | μασκαρεύατε | μασκάρευαν / μασκαρεύαν / μασκαρεύανε |
| Αόριστος | μασκάρεψα | μασκάρεψες | μασκάρεψε | μασκαρέψαμε | μασκαρέψατε | μασκάρεψαν / μασκαρέψαν / μασκαρέψανε |
| Μέλλοντας | θα μασκαρέψω / θα μασκαρεύω | θα μασκαρέψεις / θα μασκαρεύεις | θα μασκαρέψει / θα μασκαρεύει | θα μασκαρέψουμε / θα μασκαρεύουμε | θα μασκαρέψετε / θα μασκαρεύετε | θα μασκαρέψουν / θα μασκαρέψουνε / θα μασκαρεύουν / θα μασκαρεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω μασκαρέψει | έχεις μασκαρέψει | έχει μασκαρέψει | έχουμε μασκαρέψει | έχετε μασκαρέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μασκαρέψει | είχες μασκαρέψει | είχε μασκαρέψει | είχαμε μασκαρέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μασκαρέψει / να μασκαρέψω / να μασκαρεύω | να έχεις μασκαρέψει / να μασκαρέψεις / να μασκαρεύεις | να έχει μασκαρέψει / να μασκαρέψει / να μασκαρεύει | να έχουμε μασκαρέψει / να μασκαρέψουμε / να μασκαρεύουμε | να έχετε μασκαρέψει / να μασκαρέψετε / να μασκαρεύετε | να μασκαρέψουν / να μασκαρέψουνε / να μασκαρεύουν / να μασκαρεύουνε |
| Προστακτική | — | μασκάρευε / μασκάρεψε | — | — | μασκαρέψτε / μασκαρεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →